Κυριακή, 06 Δεκεμβρίου 2009

Λίγα τελευταία λόγια

Κυριακή, 06 Δεκεμβρίου 2009
Πέρασαν οι μέρες..

Στις 21/11 το απόγευμα μίλησα με τη μάνα μου και μου είπε ότι δεν είναι καλά τα πράγματα, το βράδυ ετοίμασα τα πράγματά μου, με πήρε ξανά τα μεσάνυχτα να μου πει ότι θα είναι καλά να πάω. Η διάθεση χάλια. Φοβόμουν ότι δεν θα προλάβω. 22-11 Έφυγα κατά τις 9 και κάτι το πρωί, θα έφευγα πιο νωρίς αλλά δεν θα έβρισκα βενζινάδικο ανοιχτό να γεμίσω. Έκανα δύο στάσεις στο δρόμο μικρές. Όσο πλησίαζα τόσο χτυπούσε η καρδιά μου από φόβο και άγχος. Στις 2 και 10 το μεσημέρι ήμουν στο σπίτι. Μπήκα από την πάνω πόρτα, ησυχία, κάτι ψίθυροι μόνο από κάτω. Άφησα τους σάκους στο διάδρομο, κοίταξα τριγύρω, μπήκα στο μπάνιο να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου.

Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήρα κουράγιο και πήγα στη σκάλα. Πριν κατέβω στο πρώτο σκαλί, πέρασαν από το μυαλό μου σαν αστραπές, σκέψεις για το τι θα αντικρίσω Μου είχαν πει, ότι από την προηγούμενη φορά που πήγα έχει αλλάξει πολύ. Και να σκεφτείς ότι δεν πέρασε ούτε ένας μήνας. Πήρα φόρα και άρχισα να κατεβαίνω ένα ένα. Το κεφάλι στραμμένο στο σαλόνι.. Μια πολυθρόνα με πολλά μαξιλάρια, και στηριγμένο πάνω τους γεροντάκι 54 ετών. Γύρω γύρω μαυρίλα, θείες, αδερφές του, αυτός μικρότερος απ' όλες, και μαμά. Δάκρυσα κοιτάζοντας το θέαμα, δεν μπορούσα να βγάλω άχνα.

Πήγα κοντά και έκατσα δίπλα του, έπιασα το χέρι που άφησε η θεία μου. Κοιτούσε στα χαμένα. "Κώστα, ήρθε το παιδί, ο Γιάννης μας". Γύρισε και με κοίταξε. Έκανε ένα νεύμα και κοίταξε επάνω. Γύρισε με ξανακοίταξε και με ρώτησε κάτι, δεν το κατάλαβα, η ομιλία ήταν αχνή και διακεκομμένη, ξεψυχισμένη.. μου λέει η μαμά "Πότε ήρθες λέει". Πριν δέκα λεπτά μπαμπά, δεν είχε κίνηση στο δρόμο, ήρθα γρήγορα, χρειάζεσαι τίποτα; Με ένα νεύμα όχι. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Οι γύρω έκλαιγαν και μιλούσαν σιγά. Στο ένα χέρι χαρτομάντιλο στο άλλο το κοκαλιάρικο χέρι.

Ένας γέρος 100 ετών που πριν 4 μήνες ανέβαινε σε σκαλωσιές και φόρτωνε ξύλα. Μέσα σε τρεις εβδομάδες και κυρίως την τελευταία εβδομάδα, δεν μπορούσε να μιλήσει, να καταπιεί, να σηκωθεί. Είχε μείνει μόνο το δέρμα ζαρωμένο, το πρήξιμο είχε προχωρήσει στα πόδια, κάπου κάπου έβγαζαν υγρό. Οι τρίχες λιγοστές στο κεφάλι ακόμη και στο μουστάκι, που το είχε καμάρι τόσα χρόνια. Όλες άσπρες. Και το δέρμα άσπρο και τα μάτια. Χεράκια παιδιού με παραπανίσιο δέρμα.

Λίγο τρίψιμο στη πλάτη και ανασήκωμα από την άβολη θέση ήταν αρκετά για να νιώσει καλύτερα. Το κεφάλι γερμένο στο πλάι. Τα μάτια πότε κλειστά πότε ανοιχτά, και το στόμα ανοιχτό για μεγάλες ανάσες. Δεν μιλούσε, πότε κοίταζε γύρω γύρω με μάτια ορθάνοιχτα, δεν μπορούσα να καταλάβω αν έβλεπε κάτι ή απλά έκανε την κίνηση. Και κάπου κάπου άκουγες "Θεέ μου", έλεγε και κοιτούσε ψηλά, σαν να περίμενε. Και πόνος που ερχόταν και έφευγε. Και κάτι τρομακτικό. Χανόταν, σαν να έπεφτε σε κόμμα, τα μάτια γύριζαν, βαριανάσαινε και έγερνε το κεφάλι, το κρατούσε μία από τις θείες, μέχρι να επανέλθει, 5, 10, 15 λεπτά και ξανά βλέμμα στο κενό, λέξεις που δεν έβγαζες νόημα. Κρατούσα συνέχεια το χέρι, έτριβα την πλάτη και τον αυχένα, σηκώθηκα μόνο να πάω στο μπάνιο, ξαναγύρισα, πάλι εκεί, με χαρτομάντιλο στο ένα χέρι και το χέρι στο άλλο.

Έπειτα ήρθαν 4 ανιψιές του και δικές μου ξαδέρφες, μαζί τους ήρθε και μια μακρινή που ήταν βιολόγος, που είχε έρθει για διακοπές από την Αμερική, την κάλεσε μια από τις θείες, να τον δει, μέτρησε την πίεση και σφυγμούς, είδε τα φάρμακα που έπαιρνε, δεν μας έλεγε και πολλά, το μόνο που ανέφερε ήταν ότι είναι καλά που είμαστε όλοι κοντά του.

Θα είναι ο φόβος που νιώθουμε να μην μείνουμε μόνοι μας σε τέτοιες στιγμές, να έχουμε την ασφάλεια που μας παρέχει η ανθρώπινη παρουσία. Πως να νιώθει άραγε ένας άνθρωπος που ετοιμάζεται να φύγει; Φαντάζομαι να είναι όπως τα όνειρα, που βλέπεις ότι πέφτεις, βλέπεις το έδαφος, αισθάνεσαι ότι φοβάσαι, ότι θες από κάπου να πιαστείς, θέλεις να ξυπνήσεις, γιατί ξέρεις πως είναι όνειρο, κάποιος να σε πιάσει να σε τραβήξει, αλλά αν δεν φτάσεις λίγο πριν το έδαφος δεν θα ξυπνήσεις, είναι σαν έχεις διακόπτη. Κάπως έτσι θα είναι, ξέρεις ότι έρχεται το τέλος, αλλά έρχεται σιγά σιγά, το καταλαβαίνεις, μπορεί και να πονάς, και να χαίρεσαι που έρχεται, αλλά σκέφτεσαι τι αφήνεις πίσω, παιδιά, σύζυγο, φίλους, συγγενείς, δεν θες να τα αφήσεις, θες να ζήσεις, αλλά θα φτάσεις στο τέλος, δεν μπορεί να σε τραβήξει κανένας, άδικος κόπος οι προσπάθειες.

Κοιτούσε το κενό, οι κόρες διεσταλμένες, πνιχτά κλάματα και λόγια. Τον μικρό τον είχαν στείλει από νωρίς το πρωί στο σπίτι ξαδέρφης με μωρό για να απασχολείται με κάτι και να μην είναι πολλές ώρες στο σπίτι.

Έγειρε και σαν να κοιμήθηκε, ησυχία στο χώρο, κανείς δεν μιλούσε και κοιτούσε σαν να περίμενε.. έτριβα το χέρι, σαν να κοιμόταν φαινόταν, έβλεπες στο στήθος του τις ανάσες αραιές και βαθιές, κλαίγαμε αυτό που μας περίμενε, τον κοιτούσα που ήταν ήρεμος, πρόσεχα τις ανάσες του, που όλο και εξασθαινούσαν, έπιασα τους σφυγμούς, τους καταλάβαινα. Είναι τρελό, σκεφτόμουν, αντέχω; Οι ανάσες ακόμη πιο αραιές. Σκεφτόμουν, άλλη μία, άλλη μία, άλλη μία, άλλη μία. Τέλος. Ήταν αλήθεια η τελευταία; Τόσο απλά; Βγήκε η ψυχή;
Παιδιά, μία ανάσα το τέλος, απλή, εξασθενημένη, παρηγορητική, αδιέξοδη, λυτρωτική.
22/11, 18:10 το απόγευμα.
Έμεινε εκεί, με μισάνοιχτα μάτια και μισάνοιχτο στόμα, με κεφάλι στο πλάι. Κλαίγαμε, ξέραμε ότι θα ξεκουραστεί.

Πως είναι να πιάνεις ένα άψυχο σώμα, μέχρι τώρα μόνο τα έβλεπα, σε άλλες κηδείες, σε ταινίες. Δεν περίμενα τόσο σύντομα να πιάσω ένα τόσο κοντινό άτομο και μάλιστα τον πατέρα μου. Να ξέρεις ότι ό,τι έκανε αυτός ο άνθρωπος στη ζωή του, το έκανε και αυτό ήταν, σε στιγμάτισε με τον οποιονδήποτε τρόπο, δεν θα υπάρχει. Θα είναι μια εικόνα, μια ιδέα, μόνο χαρτιά, μια ληξιαρχική πράξη θανάτου και φωτογραφίες και μνήμες..

Πέρασε η ώρα, ήρθε και ο άλλος αδερφός που ήταν έξω, πήραμε και τον άλλο από τα βόρεια να κατέβει, δυο-τρεις έφυγαν να ειδοποιήσουν, την εκκλησία, το γραφείο και συγγενείς.

Βγάλαμε τα μαξιλάρια και τον ξαπλώσαμε στην πλάτη της πολυθρόνας, κέρινο ομοίωμα μου θύμισε, είχε τα χαρακτηριστικά του αλλά σαν να μην ήταν αυτός.

Ένιωσα την ανάγκη να περάσω χρόνο μαζί του, το χρόνο που έχασα τόσα χρόνια με τις τυπικότητες, μαλώναμε συχνά, κρατούσα αποστάσεις αλλά τον αγαπούσα. Προσπαθούσα να βάλω στο μυαλό μου ότι οι ώρες που θα τον έβλεπα ήταν μετρημένες, πριν τον σκεπάσει το χώμα και αναπαυτεί.

Ήρθε ο κύριος από το γραφείο, πανικός για λίγο, η μάνα μου με τα μαντήλια να κλαίει, οι θείες κρύφτηκαν πάνω για να μην τον δουν να φεύγει από το σπίτι. Τον τοποθέτησαν στο φέρετρο, και κάπως έτσι βγήκε από το σπίτι, που έζησε όλη τη ζωή του, που το γκρέμισε και το ξανάφτιαξε από τα θεμέλια πριν 14 χρόνια, που σχεδίαζε χρόνια και έφτιαξε την αυλή το Καλοκαίρι, και δεν μπόρεσε να την ευχαριστηθεί. Από τα 12 δουλειά και σε 7 χρόνια σύνταξη.

Έλεγε στη μάνα μου ότι όταν γίνει καλά ήθελε να έρθει Καστοριά, να βάψουμε το σπίτι, ούτε αυτό πρόλαβε, τον πρόλαβε. Δεν ήθελε να πιστέψει μέχρι τον τελευταίο καιρό ότι κάτι τρέχει. Είχε ελπίδες και έκανε σχέδια, θα φτιάξω αυτό, μην ξεχάσω εκείνο, να πάρουμε και εκείνο, να κάνετε αυτό, ίσως για να μην τα ξεχάσουμε εμείς, που θα μέναμε πίσω.

Όλο το βράδυ κόσμος στο σπίτι, 3 ώρες ύπνο κοντά στο ξημέρωμα, να σηκωθείς, να ετοιμαστείς, να περιμένεις το χωριό να περάσει, και άλλους συγγενείς. Δεν άντεχα κάποια στιγμή, είχα κουραστεί, η συγκίνηση, το τρέξιμο και μια τελετή στις 3 το μεσημέρι κανονισμένη. Πέρασε η ώρα. Έφτανε η ώρα 2, κατεβήκαμε να περιμένουμε το αυτοκίνητο με τη σωρό. Αντίκρισε στην κολόνα το κηδειόχαρτο η μάνα μου, έκλαψε, δεν μου άρεσε που το είδα και εγώ, να βλέπεις γραμμένο το όνομα οικείου σου προσώπου.

Την κρατούσα από το μπράτσο και προχωρούσαμε ακριβώς πίσω από το αμάξι, δίπλα μου ο τρίτος, από την άλλη ο δεύτερος. Φτάσαμε στην εκκλησία, κόσμος και εκεί, μπήκαμε, το φέρετρο, σαν ψεύτικος μέσα. Κοίτα τον, για τελευταία φορά, έφτασαν τα 26 σου χρόνια και τα 24, και τα 20 και τα 11 να τον ζήσεις. η οικογένεια μπροστά όπως πάντα. Να κοιτάω χαμηλά και πότε πότε στο φέρετρο, να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω την κατάσταση. Άκουγα τα λόγια του παπά, πρώτη φορά που άκουγα τι λένε, μύριζα το λιβάνι και ένιωθα ναυτία. Και έφτασε το Δεύτε τελευταίον ασπασμόν, κλάμα ακουγόταν, δάκρυα, η οικογένεια πρώτη, φίλησα την εικόνα, ακούμπησα το μάγουλο, παγωμένος και άκαμπτος, και η χαιρετούρα, να κάτσεις να σε χαιρετίσει ο κόσμος, άθλια διαδικασία.

Και η διαδρομή στο νεκροταφείο, κρύωνα θυμάμαι, δάκρυζα και κρατιόμουν, δεν έβλεπα σχεδόν. Πάνω από τον ανοιγμένο τάφο, όλοι γύρω, τα σχοινιά έτοιμα να τον κατεβάσουν, όλα έγιναν τόσο γρήγορα, λουλούδια και χώμα στο νεκρό και αντίο, αναγκαστικό και πρόωρο..

Έμεινα όλη την εβδομάδα στο χωριό, κάναμε τα τριήμερα, κάθε δεύτερη μέρα πηγαίναμε για το καντήλι που δεν έπρεπε να σβήσει, να βλέπω τον τάφο και να σκέφτομαι το εσωτερικό, δάκρυα, σκέψεις, συγνώμες που έπρεπε να ειπωθούν. Δεν μπορούσα να συνηθίσω το σπίτι, δεν μπορούσα να ηρεμήσω, δεν είχα νεύρα, μια λύπη μόνο, μπορεί να έδειχνα καλά αλλά μέσα σου σε τρώει, όπως όλους αυτούς μήνες που μάθαμε τι μπήκε σπίτι μας. Τις νύχτες που έρχονταν όλες οι σκέψεις, που σκεφτόσουν και μετάνιωνες για πράγματα. Έκλαιγες, δεν κατάφερνες τίποτα. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για αυτά. Έλεγα λίγα και έμεναν μέσα πολλά. Θλίψη, πόνος, ένα αόρατο σύννεφο σκίαζε όλες τις μέρες. Λίγοι που το ήξεραν ρωτούσαν, έτσι έμενα μακριά. Να θλίβομαι μόνος μου. Μακάρι να μην υπάρχει τόσος πόνος. Γύρισα και ηρεμώ. Να περάσει ο καιρός. Στις 27 τα σαράντα.

Οι τελευταίοι μήνες ήταν δύσκολοι. Μπορεί να μην φαινόταν αλλά σε τρώει από μέσα. Είσαι έτοιμος να κλάψεις αναπάσα στιγμή. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτό. Οι φίλοι ευτυχώς είναι εκεί, δια τηλεφώνου έστω. Η απουσία είναι πάντα απουσία.

Αντίο και, μετά από μήνες, ανάπαυση χωρίς πόνο..


*Σας ευχαριστώ όλους. Χωρίς σχόλια και αυτό. Σιγά σιγά θα ξαναγυρίσουμε στα παλιά. Σιγά σιγά όμως, όσο μας παίρνει να συνηθίσουμε στις ιδέες.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Πλησιάζοντας..

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009 0
Φοβάμαι παιδιά, φοβάμαι για αυτά που πρέπει να αντιμετωπίσω. Μια κατάσταση που έχει ξεφύγει και οδεύει προς τη μοιραία κατάληξή της.

Είναι τόσο άσχημο να ξέρεις ότι αφήνεις να έρθει το τέλος και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν είναι στο χέρι σου όμως. Ο Θεός μόνο, που είναι Μεγάλος. Λυπάμαι για όσους περνάνε Γολγοθά αυτές τις μέρες, ώρες, λεπτά, γιατί λιγοστεύει ο χρόνος.

Από εδώ που είμαι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, να πηγαίνω μόνο κάθε τόσο να εκτιμώ. Δεν είναι μόνοι τους αλλά δεν είναι το ίδιο να έχεις το αίμα σου εκεί. Ζητάω συγνώμη συνέχεια, από ποιόν δεν ξέρω.

Τραγικά συγκρατημένος τον τελευταίο καιρό. Να αλλάζω σκέψεις όσο μπορώ πιο γρήγορα. Τώρα και ο ύπνος ελαφρύς και με φόβο το βράδυ, περιμένοντας τα δυσάρεστα. Και αυτός, να έρχεται με κλάμα και να φεύγει με βάρος, έναν ίσκιο από πάνω σου, μέσα σου, που δεν λέει να ξεκολλήσει τους τελευταίους μήνες. Στο μυαλό σκηνές κηδείας και ταφής και τελευταίων ορών και όσο και να τα διώχνιεις τόσο να σε χτυπάνε. Και συναισθήματα. Ξεσπάς στο μαξηλάρι. Θυμάμαι από μικρός σκεφτόμουν πως θα ένιωθα αν γινόταν αυτό.. τώρα μαθαίνω.

Πρέπει όμως να φανείς δυνατός για σένα και για τους άλλους, εκεί να μην κλάψεις, όταν φύγεις μόνο μακριά από τους. Ένας ρόλος είναι και αυτός, στους τόσους άλλους που έχουμε παίξει στη ζωή μας και ανάμεσα σε αυτούς που πρόκειται να παίξουμε στο μέλλον. Θα ξεπεραστεί και αυτό, Μπορεί να μην ξεχαστεί αλλά θα ξεπεραστεί, θα γίνει παλιό, παρελθόν και όλοι θα μιλάμε με παρελθοντικούς χρόνος, ήξερε, έκανε, είχε πει, μπορούσε. Αυτή είναι η δύναμη. Είναι άλλωστε η φυσική κατάληξη του ανθρώπου, χους εις χουν, το συναίσθημα είναι παραπανίσιο σε περιπτώσεις δυσάρεστης ζωής και βεβιασμένης από εξωτερικούς παράγοντες. Ίσως είναι και το καλύτερο στο σημείο αυτό, γιατί η ταλαιπωρία, εφόσον δεν υπάρχει γυρισμός, ελπίδες πολλές, αλλά γυρισμός πουθενά. Ιατρικώς βεβαιωμένο.

Λείψανο απέμεινε, να λυπάσαι, χωρίς ύπνο, φαΐ και νερό, με πόνο, ίσα ίσα λέξεις με πλήρη επίγνωση, μυαλό ξυράφι αλλά και ακατάληπτες αναλαμπές των παλιών, του σχολείου, των γονιών, παιδικών χρόνων, στιγμές ξεγνοιασιάς μακρινές και δάκρυα.. χαμένο βλέμμα σε ένα σώμα αδύναμο και έτοιμο για πληγές.. που θα κλείσουν μια για πάντα. Και τραύματα μετά πάνω μας, στο μικρό που είναι όλη μέρα εκεί, που ρωτάει και δεν είμαστε ξεκάθαροι, στη γυναίκα, που έχει μήνες να ξεκουραστεί, στους συγγενείς που κάνουν βάρδιες το βράδυ, στα παιδιά, που τα κρύβουν πιο βαθιά, κλαίνε στο τηλέφωνο και προσπαθούν να μην τους καταλάβεις, στους άλλους που θα δουν τι έμεινε.

Ένα ακόμη ταξίδι, ίσως και το τελευταίο με πατέρα. Μας ζητάει. Δεν ξέρω πως θα αντικρύσω, θα κρατηθώ;
Σκέψεις και λόγια που έπρεπε να βγουν, δεν είναι κανένας εδώ ν' ακούσει.
Χωρίς σχόλια παιδιά, συγνώμη.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Έχει ο καιρός γυρίσματα..

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009 62
Καλησπέρα!!!!

Τι κάνετε; Όλα καλά;

Εδώ μια συννεφιά την είχε απ' το πρωί, με καλές θερμοκρασίες όμως! Δεν μπορώ να πω, ξύπνησα σχετικά καλά. Περιμένω όμως με ανυπομονησία τον Δεκέμβριο που θα αρχίσει να μεγαλώνει η μέρα!

Σήμερα έλεγα ότι θα είναι μια βαρετή μέρα στη δουλειά, Δευτέρα γαρ, αλλά πέρασε μια χαρά. Σχετικά χαλαρή δουλειά. Οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν εδώ στις κλίκες, λίγο το ασφαλιστικό, λίγο τα επιδόματα, άντε και λίγο οι ελεγκτές για το έλλειμμα, οι αποσπάσεις που πρόκειται να σταματήσουν και να αποδεσμευτούν θέσεις (και συμφωνώ απόλυτα), λίγο απ' όλα τέλοσπάντων, να δούμε που θα μας βγάλει..

Κάποιων εδώ που παίρνουν ένα σωρό επιδόματα κοντεύει να καεί ο κώλος τους. Ακόμη και αυτοί που είναι με το ΠΑΣΟΚ, τώρα έχουν λουφάξει. Και είναι απίστευτο, γιατί η συμπεριφορά κάποιων είχε αλλάξει προς το χειρότερο από τη στιγμή που βγήκε.

Το Σάββατο που μας πέρασε είδα το 2012, το οποίο ήταν κορυφή, ωραία εφέ, πολύ δράση, υπήρχαν ώρες που έλεγες τώρα τελειώνουν όλα και η αδρεναλίνη σου χτυπούσε κόκκινο. Επίσης όσοι κατεβάζετε ταινίες, μην την δείτε στο πισί, προτιμήστε κινηματογράφο! Καμία σχέση!!!!

Χτες Κυριακή, ήρεμη επίσης μέρα, βόλτα το πρωί για περπάτημα και καφέ το απόγευμα. Σας έχω και μερικές φωτό από την πρωινή μου βόλτα. Λίγα σύννεφα το πρωί, μετά λιακάδα..

Επίσης σας έχω και ένα άρθρο που διάβασα και μου ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Προσβλητικό το θεώρησα, θα μου πείτε και εσείς την γνώμη σας. Το άρχισα πριν ο κύριος ανοίξει απέναντι ανοίξει το γύρο να φάει, την έκανα και ξαναγύρισα να το τελειώσω. Ίσως μπορεί ο καθένας να γράφει ότι θέλει αλλά είναι υπερβολικό κάτι τέτοιο.. και καλά έκανε και τράβηξε μήνυση. Μην πείτε τίποτα για τη σελίδα, σας έχω πει ότι δεν έχω υπολογιστή και δανείζομαι, αυτή είχε ο συνάδελφος αρχική.

Καλό βράδυ!!!!


*βλέπετε τη φωτό με τους κύκνους; Αυτά τα γκριζοάσπρα είναι τα μικρά τους που σας είχα δείξει εδώ. Όταν μεγαλώσουν θα γίνουν και αυτά σαν τους γονείς τους κατάλευκα!

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Παράπονα..

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009 42
Καλησπέρα!!!

Τι κάνετε; Ελπίζω όλοι να είστε καλά!

Μα τι καιρός είναι αυτός βρε παιδιά; τρεις μέρες τώρα βρέχει ασταμάτητα! Εντάξει καλά είναι όταν είσαι σπίτι αλλά όταν θες να βγεις έξω, είναι σπαστικότατο! Ξέμεινα από τσιγάρα χτες και βγήκα να πάρω, η Μητροπόλεως είχε γίνει Αλιάκμονας και το πάρκινγκ Πλαστήρα. Σε μια πόλη που έχει όλο κατηφόρες και γύρω γύρω λίμνη, είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιο πρόβλημα; Και όμως! Την τέταρτη μέρα λογικά θα βγουν με βάρκες για σόπινγκ!

Αύριο αργία, του Αγίου Μηνά, Πολιούχου της πόλης της Καστοριάς. Παρελάσεις και χαμός όλη μέρα! Θα τελειώσει και ο μήνας και δεν θα το καταλάβουμε..

Εδώ έχω κάποια παράπονα που μάζεψα μια μέρα που μου 'χαν σπάσει τα νεύρα...


*Πως θα σου ΄ρχότανε να πέφτεις για ύπνο το μεσημέρι, για μία ώρα, και να ακούς από κάτω μουσική; Ρώτησα τον ιδιοκτήτη και έμαθα ότι ήρθε μία φοιτήτρια.. δεν έχει πολλές μέρες μέσα αλλά αν άρχισε από τώρα, σκέψου τι θα κάνει αργότερα, που θα κάνει και παρέες και θα μαζεύονται.. OMG.. Τα δικά μου δεν τα θυμάμαι θα μου πεις; Αλλά εγώ έμενα σε εστία, όλοι σχεδόν τα ίδια κάναμε. Δεν είναι το ίδιο τώρα πια. Θα λάβω τα μέτρα μου..

*Πως θα σας μύριζε, αν στη δουλειά σας, στο γραφείο, ο διπλανός σας, τρώει γύρο απ' όλα; Αφήστε καλύτερα.. κάθε φορά κοντεύω να βγάλω τα συκώτια μου... Κάποιες φορές παίρνει και σάντουιτς με λουκάνικο.. εκεί να δείτε μπόχα! Και που να ανοίξεις παράθυρο χειμωνιάτικα; Η που θα κάτσω να αντισταθώ στην επιθυμία να ξεράσω ή που θα φύγω για κάνα άλλο γραφείο..

*Οι τουαλέτες (συγκεκριμένα οι αντρικές) στις δημόσιες υπηρεσίες είναι τόσο άθλιες ή μόνο εδώ συμβαίνει αυτό; Βασικά το συνεργείο καθαρισμού που έχουν είναι άφαντο... μόνο τα πάνω πάνω, και όταν λέμε τα πάνω πάνω, εννοούμε τα όσα βλέπεις με μυωπία 15 στο κάθε μάτι χωρίς γυαλιά. Πιο βρώμικες τουαλέτες ούτε στα ΚΤΕΛ δεν έχω δει.. Άσε που εκεί έχουν και την κυρία απ' έξω που φυλάει και ρίχνει και λίγο νερό. Εδώ τίποτα! Τίποτα! Τρίχες, παντού ούρα επίσης παντού, κόπρανα, ευτυχώς όχι παντού. Οι περισσότεροι είναι μεγάλοι άνθρωποι, μήπως φταίει αυτό; Μπαίνουν μέσα, αφήνουν ανοιχτή την πόρτα και όποιος φυσικά μπει στον προθάλαμο τους έχει φάτσα κάρτα. Χαρτί σχεδόν ποτέ. Και καζανάκι βρε! Πατήστε το το καημένο! Πατήστε το! Τριτοκοσμικά πράγματα..

*Όταν έρχεσαι σε μια υπηρεσία και είσαι νέος δεν ξέρεις και πολλά για τους εργαζόμενους. Αλλά! Όλοι θέλουν να στα μάθουν. Και να έλεγα ότι αφορούν τη δουλειά; Μπα.. αν ο ένας έκανε αυτό και έκανε εκείνο και είπε αυτό και είπε εκείνο. Ο ένας δεν μιλάει με αυτόν και ο άλλος με τον άλλο. Άντρες γυναίκες πρόθυμοι να μιλάνε για όλα και να λένε και βαριές κουβέντες..

*Και ο κόσμος με ενοχλεί! Όχι όλος, αλλά είναι κάποια άτομα πολύ ενοχλητικά και συμπεριφέρονται πολύ άσχημα. Άσε που έχουν τις τρελές απαιτήσεις. Στη δουλειά δεν είμαι περίεργος αλλά που και που χρειάζεται, το λέει και η ευρύτερη εμπειρία στον τομέα μας..


Και για να μην ξεχνιόμαστε:

*Πότε θα σταματήσει η βροχή;;; Που είναι ο ήλιος οεο;;;




Όσο για μένα, καλά είμαι, δεν είναι και εύκολο με όσα συμβαίνουν βέβαια. Είναι πολλά τα πράγματα που σκέφτομαι τελευταία, σε λίγο θα αρχίσω να μιλάω και μόνος μου, αν και είχα μια τάση από παλιά να με ρωτάω και να απαντάω τον άλλο Hfaistiwna.. λολολολ! Μη παρεξηγείτε..

Και ένα τραγούδι να ακούσουμε, το άκουσα πριν κάποιες μέρες αναρτημένο, μου άρεσε και το δανείστηκα ..

Τα φιλιά μου!
Καλό βράδυ!
 
◄Design by Pocket Distributed by Deluxe Templates