Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Πλησιάζοντας..

Φοβάμαι παιδιά, φοβάμαι για αυτά που πρέπει να αντιμετωπίσω. Μια κατάσταση που έχει ξεφύγει και οδεύει προς τη μοιραία κατάληξή της.

Είναι τόσο άσχημο να ξέρεις ότι αφήνεις να έρθει το τέλος και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν είναι στο χέρι σου όμως. Ο Θεός μόνο, που είναι Μεγάλος. Λυπάμαι για όσους περνάνε Γολγοθά αυτές τις μέρες, ώρες, λεπτά, γιατί λιγοστεύει ο χρόνος.

Από εδώ που είμαι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, να πηγαίνω μόνο κάθε τόσο να εκτιμώ. Δεν είναι μόνοι τους αλλά δεν είναι το ίδιο να έχεις το αίμα σου εκεί. Ζητάω συγνώμη συνέχεια, από ποιόν δεν ξέρω.

Τραγικά συγκρατημένος τον τελευταίο καιρό. Να αλλάζω σκέψεις όσο μπορώ πιο γρήγορα. Τώρα και ο ύπνος ελαφρύς και με φόβο το βράδυ, περιμένοντας τα δυσάρεστα. Και αυτός, να έρχεται με κλάμα και να φεύγει με βάρος, έναν ίσκιο από πάνω σου, μέσα σου, που δεν λέει να ξεκολλήσει τους τελευταίους μήνες. Στο μυαλό σκηνές κηδείας και ταφής και τελευταίων ορών και όσο και να τα διώχνιεις τόσο να σε χτυπάνε. Και συναισθήματα. Ξεσπάς στο μαξηλάρι. Θυμάμαι από μικρός σκεφτόμουν πως θα ένιωθα αν γινόταν αυτό.. τώρα μαθαίνω.

Πρέπει όμως να φανείς δυνατός για σένα και για τους άλλους, εκεί να μην κλάψεις, όταν φύγεις μόνο μακριά από τους. Ένας ρόλος είναι και αυτός, στους τόσους άλλους που έχουμε παίξει στη ζωή μας και ανάμεσα σε αυτούς που πρόκειται να παίξουμε στο μέλλον. Θα ξεπεραστεί και αυτό, Μπορεί να μην ξεχαστεί αλλά θα ξεπεραστεί, θα γίνει παλιό, παρελθόν και όλοι θα μιλάμε με παρελθοντικούς χρόνος, ήξερε, έκανε, είχε πει, μπορούσε. Αυτή είναι η δύναμη. Είναι άλλωστε η φυσική κατάληξη του ανθρώπου, χους εις χουν, το συναίσθημα είναι παραπανίσιο σε περιπτώσεις δυσάρεστης ζωής και βεβιασμένης από εξωτερικούς παράγοντες. Ίσως είναι και το καλύτερο στο σημείο αυτό, γιατί η ταλαιπωρία, εφόσον δεν υπάρχει γυρισμός, ελπίδες πολλές, αλλά γυρισμός πουθενά. Ιατρικώς βεβαιωμένο.

Λείψανο απέμεινε, να λυπάσαι, χωρίς ύπνο, φαΐ και νερό, με πόνο, ίσα ίσα λέξεις με πλήρη επίγνωση, μυαλό ξυράφι αλλά και ακατάληπτες αναλαμπές των παλιών, του σχολείου, των γονιών, παιδικών χρόνων, στιγμές ξεγνοιασιάς μακρινές και δάκρυα.. χαμένο βλέμμα σε ένα σώμα αδύναμο και έτοιμο για πληγές.. που θα κλείσουν μια για πάντα. Και τραύματα μετά πάνω μας, στο μικρό που είναι όλη μέρα εκεί, που ρωτάει και δεν είμαστε ξεκάθαροι, στη γυναίκα, που έχει μήνες να ξεκουραστεί, στους συγγενείς που κάνουν βάρδιες το βράδυ, στα παιδιά, που τα κρύβουν πιο βαθιά, κλαίνε στο τηλέφωνο και προσπαθούν να μην τους καταλάβεις, στους άλλους που θα δουν τι έμεινε.

Ένα ακόμη ταξίδι, ίσως και το τελευταίο με πατέρα. Μας ζητάει. Δεν ξέρω πως θα αντικρύσω, θα κρατηθώ;
Σκέψεις και λόγια που έπρεπε να βγουν, δεν είναι κανένας εδώ ν' ακούσει.
Χωρίς σχόλια παιδιά, συγνώμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: