Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Πετάω...

Eίμαι άρρωστος. Πονοκέφαλος, βήχας. Πονάω ολόκληρος. Εδώ και μέρες.
Αυτές τις μέρες όμως κάτι καλό έχει γίνει. Είναι ωραίο να έχεις κάποιον να σε σκέφτεται και να σκέφτεσαι. Ίσως η απόσταση να δίνει την εντύπωση του ουτοπικού και μακρινού. Η ιδέα όμως έχει το δικό της ρόλο. Μπορεί να γίνει και ακόμη καλύτερο. Το παρακάτω τραγουδάκι είναι αφιερωμένο, μπορεί να είναι λίγο υπερβολικό το νόημα, αλλά δεν έχει σημασία. Ξέρεις εσύ.

Καθώς δεν μπορώ να κάνω μεταφόρτωση του τραγουδιού, έψαξα αλλού, δεν είναι όπως ήθελα βέβαια. Πατήστε εδώ για να το ακούσετε.



Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Παιχνίδι ακατάλληλο για ενηλίκους.





Με αφορμή μια συζήτηση που είχα στο msn με ένα φίλο, θυμήθηκα τη μία και μοναδική φορά που έπαιξα ένα παιχνίδι, βγαλμένο απο το μυαλό 8χρονων περ. παιδιών και το μετάνιωσα. Θα το εξηγήσω αμέσως.

Η ηλικία που είχα, αν θυμάμαι καλά, απο το σκηνικό που έρχεται στη μνήμη μου, πρέπει να ήταν 8-9 ετών. Ήταν χειμώνας, εγώ και ο αδερφός μου είχαμε πάει στα γειτονόπουλα να παίξουμε (ως συνήθως). Κλειστήκαμε στο δωμάτιο τους και παίζαμε με ρακέτες, τις οποίες και βαρεθήκαμε σχεδόν αμέσως (δεν είχαμε scrabble τότε). Δεν ξέρω σε ποιόν ήρθε η φαεινή ιδέα (εγώ δεν ήμουν, τελευταίος μπήκα στο παιχίδι, αν και έπρεπε πρώτος) να κατεβάσουμε τα παντελόνια μας και να προσπαθήσουμε να πιάσει ο ένας το μπιπ του άλλου. Αφού περάσαμε κάμποσα λεπτά ντροπής τα κατεβάσαμε. Τα κατεβασμένα παντελόνια δεν βοηθούσαν στο περπάτημα και πέφταμε συνέχεια. Γίναμε μαλλιά κουβάρια. Από τις φωνές και τα χτυπήματα σε τοίχους και έπιπλα, όπως ήταν φυσικό, μας άκουσαν οι γονείς των παιδιών και ανέβηκε η μητέρα τους να δει τι συμβαίνει. Μας έπιασε σε μια φάση γόρδιου δεσμού (μόνο ο Μέγας Αλέξανδρος έλλειπε από εκεί). Άρχισε να φωνάζει έξαλλη. Εμείς τραβώντας τα παντελόνια μας (ευτυχώς δεν είχαμε βγάλει τα παπά) κακήν κακώς εξαφανιστήκαμε απο την εξώπορτα του δωματίου των παιδιών. Φυσικά, στο μισάωρο, το ήξερε η δική μας μαμά (καθότι φιλενάδες).


Την κατσάδα που φάγαμε δεν θέλω να τη θυμάμαι (ψυχολογικό μου άφησε!), γι' αυτό και έχω αποσύρει το όλο περιστατικό στα κλειδωμένα ντουλάπια της μνήμης μου. Το θυμάμαι μια - δυό φορές το χρόνο τυχαία ή με κάποια αφορμή και το ξανά - ξεχνάω επι τόπου. Θυμάμαι ότι ντρεπόμουν τη μάνα μου για μέρες. Ο μπαμπάς δεν το έμαθε ποτέ. Ήταν που ήταν (και συνεχίζει...) να είναι μες την οπισθοδρόμηση, θα γινόταν δήμιος. Live μεσαιωνικό μαρτύριο, θα κόβαμε και εισητήρια, με εμένα πρωταγωνιστή, ως μεγαλύτερος των παίδων. Με τα παιδιά μόνο στο σχολείο βρισκόμασταν για κάμποσες μέρες.


Είναι απο τα περιστατικά που μου έχουν αφήσει σημάδια. Ίσως η ντροπή που ένιωσα. Ήμουν ο μεγαλύτερος. Καθόλου κολακευτικό. Έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα, θα έλεγε κάποιος κακοπροαίρετος. Όσο και αν δεν το πιστεύετε (με τα τωρινά δεδομένα), δεν ήμουν εγώ αυτός που είχε την ιδέα. Το γεγονός αυτό δεν το ξέρει κανένας, εκτός απο τους "συμπαίχτες" μας. Ποτέ δεν το συζητήσαμε απο τότε, ούτε το αναφέραμε.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Πίστη;




Σήμερα 29-01-08, αν και ήταν μια κουραστική μέρα. Γύρισα από τη δουλειά, έφαγα, έκανα ένα γρήγορο ντους και ξεκινήσαμε να πάμε στο μοναστήρι της Παναγίας της Προυσιώτησσας. Είναι ένα από τα δύο γνωστά μοναστήρια της Ευρυτανίας (το άλλο είναι της Τατάρνας).
Χωρίς να το έχουμε σκεφτεί, πετύχαμε τον εσπερινό των τριών Ιεραρχών.

Θέλαμε από καιρό να πάμε, αλλά δεν το αποφασίζαμε. Συνήθως πήγαινα κάθε καλοκαίρι με τα πόδια. Φέτος όμως λόγω της δουλειάς, δεν πήγα. Στο συγκεκριμένο μοναστήρι πήγαινα από μικρός. Μας παίρνανε και πηγαίναμε να διανυκτερεύσουμε για μία νύχτα. Εμείς παίζαμε και οι μεγάλοι παρακολουθούσαν τη λειτουργία. Μεγαλώνοντας σταμάτησα να πηγαίνω για διανυκτέρευση και πήγαινα με τα πόδια, με μεγάλη παρέα, ξεκινούσαμε μεσάνυχτα και φτάναμε το πρωί, προσκυνούσαμε και γυρνούσαμε (με αμάξια).


Η σχέση μου με τη θρησκεία αρχίζει, εκεί που τελειώνει η "εξουσία" των πρεσβευτών της. Δηλαδή, πιστεύω στο Θεό, στην Παναγία, στον Χριστό. Χωρίς όμως να εμμένω στα πρόσωπα, πιστεύω και τα τρία πρόσωπα σε ένα, σε κάτι όπως λέμε "ανώτερο" (που τυχαίνει να έχει ονομαστεί έτσι). Ποτέ δεν συμπάθησα τους εκπροσώπους της (οκ, εκτός από ελάχιστες φορές) και ούτε τους συμπαθώ. Κάποιοι είναι άξιοι εκπρόσωποι, οι περισσότεροι όμως είναι άθλιοι.


Πάντα είχα την ανάγκη να πιστεύω. Να ξέρω ότι δεν είμαι μόνος μου, ότι δεν προσπαθώ μόνος μου. Με έκανε να πιστεύω στον εαυτό μου και να κινούμαι με σιγουριά.

Δεν ξέρω γιατί, ή μάλλον φαντάζομαι, αλλά μεγαλώνοντας σταμάτησα να πηγαίνω εκκλησία. Παλιότερα πήγαινα, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν μια αγγαρεία για μένα. Τώρα πηγαίνω μόνο όταν το θέλω, όταν το χρειάζομαι. Είναι ο συνδυασμός, ψαλμωδιών, θυμιάματος και ησυχίας που με ηρεμεί και με χαλαρώνει. Ωστόσο δεν νιώθω το ίδιο στην εκκλησία του χωριού εδώ. Μόνο στο μοναστήρι που το φυσικό κάλλος σε καθηλώνει και με τη "ιδιαίτερη" - μυσταγωγική ατμόσφαιρα, νιώθω χαλάρωση, αγαλλίαση, ηρεμούν όλα μέσα μου. Ξαλαφρώνω και γεμίζω ενέργεια.

Δεν μπορώ να το εξηγήσω πως γίνεται, κάτι αλλάζει μέσα μου μετά από μια τέτοια επίσκεψη και ξέρω ότι το βράδυ θα κάνω ήρεμο ύπνο, κάτι που μου έλειψε.

Λέγεται πίστη; Λέγεται ψυχολογική ανάγκη; Δεν ξέρω. Μου κάνει καλό όμως.

Έχω αναρτήσει κάποιες φωτογραφίες (μετά απο πολλές δυσκολίες) που έβγαλε ο μικρός αδερφός μου την ίδια μέρα. Δυστυχώς δεν είναι αυτές που ήθελα, καθώς δεν μου έδινε τη μηχανή (9 χρονο κακομαθημένο) και δεν ήθελα να τσακωθώ. Ήταν απόγευμα, ο ήλιος έδυε και έκανε πολύ κρύο! Δεν είναι και πολύ καλές. Είναι το μοναστήρι, οι ξενώνες και τα υπόλοιπα κτήρια του μοναστηριού. Όλο το συγρότημα είναι χτισμένο πάνω σε βράχο, κάτω απο τα κτήρια όπως βλέπετε στις φωτο, υπάρχει γκρεμός και χαμηλά κάτω ποτάμι. Γενικότερα η περιοχή είναι βραχώδης.




Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008

Που καταντήσαμε...

Όπως μια μεγάλη μερίδα παιδιών, σπούδασα και εγώ. Ωραίες εκείνες οι μέρες, βέβαια οι πρώτοι 2 μήνες ήταν δύσκολοι. Έκανα παρέες, περνούσα καλά. Μέσα σε όλα τα άτομα της σχολής, γνώρισα και δύο κοπέλες, πολύ καλές, αλλά μόνο στο "γειά σου, τι κάνεις" μείναμε. Άντε και για κανέναν καφέ, μία στο τόσο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα ένα καλό προαίσθημα, πάντα, όταν συναντιόμασταν. Ώσπου μια μέρα, του δευτέρου έτους (2002-2003), με πλησιάζει η Β. και μου λέει (δεν θυμάμαι ακριβώς πώς το είπε, περίπου θα σας πω) "Έχω τη γιορτή μου, θές να έρθεις να βγούμε μαζί με την Μ. για φαγητό;". Έμεινα εμβρόντητος. Της λέω "εμένα;" "γιατί;" και μου απαντάει το κορυφαίο "γιατί θέλω να γιορτάσω με άτομα που θεωρώ αξιόλογα". Πάλι κεραυνός. Ούτε κολλητοί είμασταν, ούτε τίποτα. Είπα ναι.

Τις μέρες που μεσολάβησαν μέχρι να βγούμε, το σκέφτηκα καλά, και αποφάσισα να είναι τα πρώτα άτομα που γνώριζα απο το μηδέν (το διευκρινίζω για να εξαιρέσω την παιδική μου φίλη και επίσης κολλητή, που το έμαθε πιο νωρίς και τον κολλητό μου[γκει επίσης]) που θα μάθουν για μένα. Κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι θα μέναμε για πάντα φίλοι και μάλιστα στενοί. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, σημασια έχει πως απο εκείνη τη μέρα γίναμε κολλητοί, όλη τη μέρα είμαστε μαζί, τα περισσότερα πράγματα τα κάναμε μαζι. Αργότερα προστέθηκε στην παρέα και η τρίτη κολλητή πλέον ή Χ. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να έχω δίπλα μου άτομα που να μπορώ να εμπιστευθώ και μάλιστα σε ένα τόπο εντελώς ξένο.

To 2006 χωριστήκαμε αναγκαστικά, εγώ τελείωσα και έφυγα, γύρισα εδω, οι κοπελιές χρωστούσαν κάποια μαθήματα, αλλά γύρισαν και οι δύο Αθήνα και θα πήγαιναν να δώσουν μόνο. Μιλούσαμε πολύ στο τηλ. το καλοκαίρι του ίδιου έτους κατέβηκα και δούλεψα εκεί το καλοκαίρι. Τέλη του 2006 είχαμε όλοι δουλειά, εγώ εδώ, οι κοπελιές Αθήνα. Αραίωσαν τα τηλ. Όποτε μιλούσαμε όμως, είμασταν όπως και πριν.


Το 2007 είχε κάποια απρόοπτα μεταξύ μας, αλλά εύτυχώς γρήγορα έγιναν όλα καλά(εγώ με τη Μ. περάσαμε κάποιους μήνες μούγκας, λόγω μιας βλακείας). Το τέλος του 2007, έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές πια. Η Β. και η Χ. μου λένε για αλλαγές που βλέπουν στη Μ., τις οποίες και ανακαλύπτω και γω σιγά σιγά, μέσα απο τα τηλέφωνα και απο τις συναντήσεις μας όταν κατέβαινα και κατεβαίνω Αθήνα. Πάνω που έχει αποκατασταθεί η σχέση μου με τη Μ. η σχέση της Μ. με τη Β. και τη Χ. αρχισε να χαλάει, σε τέτοιο σημείο που να μην θέλουν να τη βλεπουν. Η αλήθεια είναι πως η συμπεριφορά της είχε αλλάξει σε μεγάλο βαθμό, απότομη, υπεροπτική, ένα άτομο που λες και το γνώριζες πρώτη φορά. Κάποιος θα μπορούσε να πει οτι έπαιξε σημαντικό ρόλο η σχέση που δημιούργησε, την απορρόφησε και της δημιούργησε νέα ιδανικά στα οποία εμείς δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε. Ίσως είναι και ένα είδος ζήλιας ή κόμπλεξ που άρχισε να βγαίνει προς τα έξω. Φέρθηκε και φέρεται πολύ άσχημα στις Χ. και Β.


Φοβάμαι πολύ για το μέλλον. Φοβάμαι μην χαθούμε, μην σταματήσουμε να μιλάμε. Θέλω να είναι πάντα μέρος της ζωής μου. Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα μαζί τους, ξέρουν τόσα για μένα που δεν πρόκειται να μάθει κανείς. Έχουμε δεθεί σφικτά με τι φιλία και την επήρεια των φοιτητικών χρόνων. Είναι πολύ δύσκολο να χωριστώ έτσι. Τώρα πρέπει να τις βλέπω χωριστά τις πιο πολλές φορές. Δεν περίμενα ότι θα φτάναμε ως εκεί. Πίστευα ότι η φιλία μας θα μείνει μέχρι αργά στη ζωή μας, για να μην πω για πάντα. Μεσολαβούν όμως τόσες αλλαγές, τόσο απο εξωτερικούς παράγοντες, όσο και απο εσωτερικούς, που διαμορφώνουν τις σχέσεις. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί.